Ο συνδυασμός τεσσάρων ευνοϊκών διατάξεων που ισχύουν φέτος σημαίνει ότι ένας μεγάλος αριθμός φορολογουμένων θα έχει επιστροφή φόρου με το εκκαθαριστικό

Οι  ευνοϊκές νομοθετικές διατάξεις θα ισχύσουν φέτος κατά τον υπολογισμό των φόρων εισοδήματος των μισθωτών εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα οι οποίες είδαν τις συμβάσεις εργασίας τους να τίθενται σε αναστολή ή εντάχθηκαν στο πρόγραμμα ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ κατά την διάρκεια του 2020.

Λόγω της εφαρμογής των τεσσάρων αυτών διατάξεων, καθώς επίσης και εξαιτίας της μεγάλης μείωσης των εισοδημάτων την οποία προκάλεσε το 2020 η επιδημία του κορωνοϊού αναμένεται να προκύψουν σημαντικού ύψους επιστροφές φόρου εισοδήματος κατά την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων που θα υποβάλουν φέτος περισσότεροι από 1.000.000 φορολογούμενοι αυτής της κατηγορίας.

Οι ρυθμίσεις αυτές είναι:

1) Μείωση φορολογικών συντελεστών στην κλίμακα υπολογισμού του φόρου εισοδήματος Α Από το 22% στο 9% για τα πρώτα 10.000 ευρώ του ετησίου εισοδήματος και κατά 2 μονάδες για τους υπόλοιπους συντελεστές.

2) Αύξηση αφορολογήτων ορίων εισοδήματος για όσους βαρύνονται με τέκνα, σε 9.000 ευρώ για ένα παιδί και κατά 1.000 ευρώ για κάθε ένα παιδί παραπάνω.

3) Απαλλαγή από τα τεκμήρια διαβίωσης για ορισμένους εργαζόμενους σε ιδιωτικές επιχειρήσεις των οποίων οι συμβάσεις εργασίας τους τέθηκαν σε αναστολή για οποιοδήποτε χρονικό κατά την διάρκεια του 2020, καθώς επίσης και οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα που εντάχθηκαν, κατά τη διάρκεια του 2020, στο πρόγραμμα ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ, ανεξαρτήτως χρονικού διαστήματος.

4) Πλήρης ή μερική απαλλαγή από το πρόστιμο του 22% που επιβάλλεται σε περίπτωση μη κάλυψης του 30% του εισοδήματος του 2020 με ηλεκτρονικές πληρωμές δαπανών.

Για όσους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα δεν εμπίπτουν στις παραπάνω πρόσθετες εξαιρέσεις αλλά κατά τη διάρκεια του 2020 εξόφλησαν με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής δαπάνες που αντιστοιχούν σε ποσοστό μεταξύ 20% και 30% του ατομικού ετήσιου πραγματικού εισοδήματος του 2020, ο επιπλέον φόρος με τον οποίο θα επιβαρυνθούν λόγω μη κάλυψης του 30%, θα υπολογιστεί επί του ποσού που παρέμεινε ακάλυπτο (επί της διαφοράς μεταξύ του ποσού των εξοφληθεισών δαπανών και του ποσού που αντιστοιχεί στο 30% του εισοδήματος) με συντελεστή μειωμένο κατά 50%, δηλαδή με 11% αντί με 22%.

Π.χ. ένας φορολογούμενος ο οποίος εμπίπτει στην υποχρέωση να έχει εξοφλήσει με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής δαπάνες που αντιστοιχούν στο 30% του ατομικού ετησίου πραγματικού εισοδήματος του 2020, εάν κατάφερε τελικά να εξοφλήσει με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής δαπάνες που αντιστοιχούν στο 25% του εισοδήματός του, ο επιπλέον φόρος που θα κληθεί να πληρώσει θα υπολογιστεί με 11% (κι όχι με 22%) επί του ακάλυπτου 5% του ετησίου εισοδήματός του.

Ειδικότερα, εάν ο φορολογούμενος αυτός απέκτησε εισόδημα 20.000 ευρώ και οι δαπάνες που πραγματοποίησε με ηλεκτρονικές πληρωμές ανήλθαν σε 5.000 ευρώ (στο 25% του εισοδήματος) αντί σε 6.000 ευρώ (στο 30% του εισοδήματος) που θα έπρεπε κανονικά, θα κληθεί να πληρώσει επιπλέον φόρο που θα υπολογιστεί με συντελεστή όχι 22% αλλά 11% επί της διαφοράς των 1.000 ευρώ που έμεινε ακάλυπτη. Θα κληθεί να πληρώσει δηλαδή επιπλέον φόρο 110 ευρώ, αντί 220 ευρώ.

Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα οι οποίοι θα επωφεληθούν από τις παραπάνω ευνοϊκές ρυθμίσεις εκτιμάται ότι υπερβαίνουν το 1.000.000. Οι εν λόγω εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα αναμένεται να λάβουν φέτος από την Εφορία πιστωτικά εκκαθαριστικά σημειώματα για τις δηλώσεις φορολογία εισοδήματος που θα υποβάλουν στο δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, για το 2020. Με τα σημειώματα αυτά θα καλούνται να εισπράξουν επιστροφές φόρων μεγάλου ύψους, που θα φθάνουν ακόμη και στα 1.930 ευρώ.

Αιτία για την εξέλιξη αυτή δεν θα είναι μόνο οι 4 παραπάνω ευνοϊκές ρυθμίσεις αλλά και οι εισοδηματικές απώλειες που υπέστησαν οι συγκεκριμένοι φορολογούμενοι κατά τη διάρκεια του 2020, εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων που ελήφθησαν από την κυβέρνηση για την προστασία της δημόσιας υγείας έναντι της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού.

Υπολογίζεται ότι 1.700.000 εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που θα υποβάλουν φέτος την άνοιξη και το καλοκαίρι, για το φορολογικό έτος 2020, θα εμφανίσουν ποσά ετήσιων φορολογητέων εισοδημάτων σημαντικά μειωμένα σε σύγκριση με αυτά που εμφάνισαν πέρυσι, με τις δηλώσεις για τα εισοδήματα του 2019. Οι μειώσεις στα ετήσια φορολογητέα εισοδήματα θα είναι τουλάχιστον 30% και σε πολλές περιπτώσεις θα φθάνουν ή και θα υπερβαίνουν το 50%!

Εξαιτίας της αναμενόμενης αυτής εξέλιξης, θα εμφανιστούν περισσότερες από 1.000.000 περιπτώσεις μισθωτών εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα που θα είναι δικαιούχοι μεγάλων ποσών επιστροφών φόρου.

Κι αυτό θα συμβεί επειδή κατά τη διάρκεια του 2020 οι μηνιαίες κρατήσεις φόρου εισοδήματος και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης επί των μισθών των εργαζομένων αυτών υπολογίστηκαν, όσους μήνες αυτοί εργάζονταν κανονικά, ωσάν οι αποδοχές τους να ήταν σε ετήσια βάση ίδιες με τα επίπεδα στα οποία είχαν διαμορφωθεί πριν ξεσπάσει η πανδημία του κορωνοϊού.

Όμως τα ποσά των φόρων που αναλογούν στα – σημαντικά μειωμένα – ετήσια φορολογητέα εισοδήματα του 2020 είναι, τελικά, πολύ μικρότερα από αυτά που παρακρατήθηκαν συνολικά στη διάρκεια του 2020. Συνεπώς τα επιπλέον ποσά που παρακρατήθηκαν θα πρέπει να επιστραφούν από το Δημόσιο στους εργαζόμενους με την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων που θα υποβάλλουν φέτος.

Για παράδειγμα, ιδιωτικός υπάλληλος με μηνιαίο φορολογητέο μισθό 1.250 ευρώ εργάσθηκε τους 6 από τους 12 μήνες του 2020 ενώ τους υπόλοιπους 6 μήνες η σύμβαση εργασίας του είχε τεθεί σε αναστολή.

Τους μήνες που εργάστηκε, στους μισθούς που έλαβε, καθώς επίσης και στα επιδόματα εορτών και αδείας που εισέπραξε, οι κρατήσεις φόρου εισοδήματος και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης υπολογίστηκαν με αναγωγή των μηνιαίων αποδοχών του σε ετήσιες κατόπιν πολλαπλασιασμού των μηνιαίων αποδοχών του με τον αριθμό 14, δηλαδή με τον αριθμό των μηνών για τους οποίους είχε υποτεθεί ότι θα ελάμβανε κανονικούς μισθούς.

Τα ποσά αυτά προέκυψαν επειδή, σε κάθε έναν από τους μήνες που εργάστηκε ο συγκεκριμένος υπάλληλος, ο υπολογισμός των μηνιαίων κρατήσεων φόρου εισοδήματος και εισφοράς αλληλεγγύης γινόταν με αναγωγή του μηνιαίου μισθού των 1.250 ευρώ σε ετήσιο ετήσιο εισόδημα 17.500 ευρώ (δια πολλαπλασιασμού των 1.250 ευρώ με τον αριθμό 14). Όμως, τελικά ο εργαζόμενος αυτός, επειδή δεν δούλεψε για 6 μήνες, δεν έλαβε τελικά 17.500 ευρώ το 2020 αλλά μόνο 10.500 ευρώ, στα οποία αναλογεί φόρος εισοδήματος μόλις 233 ευρώ και ειδική εισφορά αλληλεγγύης 0 ευρώ, λόγω του ότι το εισόδημά του υποχώρησε κάτω από το αφορολόγητο όριο των 12.000 ευρώ που ισχύει στην ειδική εισφορά αλληλεγγύης. Ως εκ τούτου, ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται να πάρει πίσω ως συνολική επιστροφή φόρου το επιπλέον ποσό φόρου εισοδήματος και ολόκληρο το ποσό της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης που παρακρατήθηκε από τις αποδοχές του το 2020, δηλαδή την αρνητική διαφορά μεταξύ των παρακρατηθέντων φόρων συνολικού ύψους 1.134,14 ευρώ και του τελικά αναλογούντος φόρου εισοδήματος των 233 ευρώ! Η διαφορά αυτή, η οποία θα πρέπει να του καταβληθεί φέτος ως επιστροφή φόρου, ανέρχεται σε 849,28 ευρώ (1.134,14 ευρώ μείον 233 ευρώ).

Πηγή: Επιστροφή φόρου για περισσότερους από 1 εκατομμύριο φορολογούμενους