Σε ένα νέο τοπίο προσανατολίζεται η Ουάσιγκτον, αναφέρει το Atlantic council και πιο συγκεκριμένα οι ειδικοί Γ. Παγουλάτος και Κατερίνα Σόκου, σχετικά με την κυβέρνηση Μπάιντεν, η οποία θα πρέπει να εμπλέξει τους συμμάχους της για να ανταγωνιστεί καλύτερα με την ανερχόμενη Κίνα. Το ίδιο ισχύει και για την αντιμετώπιση της Ρωσίας στην Ευρώπη.

Οι δυο ειδικοί τονίζουν ότι “η επίτευξη μιας στρατηγικής για την αντιμετώπιση της ρωσικής πολιτικής παρέμβασης και της κινεζικής επιρροής δεν θα είναι εύκολη. Ωστόσο, υπάρχουν τομείς ανησυχίας, που θα απαιτήσουν διατλαντική συναίνεση. 

Η μείωση των εντάσεων στην Ανατολική Μεσόγειο με ταυτόχρονη ανάπτυξη ενός συνεκτικού και θετικού οράματος για το μέλλον της περιοχής είναι μια τέτοια πρόκληση.

Η Ανατολική Μεσόγειος είναι μια ζωτικής σημασίας περιοχή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, η οποία πρέπει να είναι σταθερή, προκειμένου οι Ηνωμένες Πολιτείες να επικεντρωθούν στις άλλες προτεραιότητες εθνικής ασφάλειας.

Ο ρόλος της Ελλάδας στην αναζωογόνηση της διατλαντικής συνεργασίας, εμφανίστηκε μετά την ανάκαμψη από την κρίση του χρέους, ως βασικός σύμμαχος των ΗΠΑ σε αυτήν την προσπάθεια. 

Η κυβέρνηση Μπάιντεν θα βρει στην Ελλάδα έναν ομοϊδεάτη σύμμαχο με ισχυρά δημοκρατικά διαπιστευτήρια. 

Η ακλόνητη δέσμευση της Ελλάδας προς το ΝΑΤΟ και η εποικοδομητική της δέσμευση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), πολυμερών οργανισμών και η αυξανόμενη σχέση περιφερειακών συμμαχιών την καθιστούν αναντικατάστατη για την επίτευξη προόδου στον τομέα της διατλαντικής συνεργασίας. 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να εμβαθύνουν τη στρατηγική τους συνεργασία με την Ελλάδα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν από κοινού τις προκλήσεις που θέτει ο ανταγωνισμός μεταξύ παγκόσμιων και περιφερειακών δυνάμεων για τη σταθερότητα και τη μελλοντική κατεύθυνση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου. 

Ανάμεσα σε αυτές τις βαθιές προκλήσεις είναι και η αυταρχική στροφή της Τουρκίας, η οποία ασκεί μια ρεβιζιονιστική εξωτερική πολιτική, υπονομεύοντας τόσο την ελληνική κυριαρχία όσο και τη δυτική συμμαχία. 

Τα τελευταία χρόνια, ελλείψει μιας τέτοιας κοινής στρατηγικής προσέγγισης από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ΕΕ,  Τουρκία και Ρωσία έχουν καλύψει το περιφερειακό κενό. 

Ειδικότερα, η Τουρκία έχει ενθαρρυνθεί να υπονομεύσει το ΝΑΤΟ μέσω δράσεων όπως η απόκτηση του πυραυλικού συστήματος S-400 από τη Ρωσία. 

Αυτή η συμπεριφορά αμφισβήτησε την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή, δημιουργώντας χώρο για αυξανόμενη ρωσική επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο. 

Η Ελλάδα έχει επίσης αποκτήσει στρατηγική σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες στο πλαίσιο του μεγάλου ανταγωνισμού. 

Τον Ιούνιο του 2018, ο τότε βοηθός υπουργός εξωτερικών, Wess Mitchell, σημείωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «θεωρούν την Ελλάδα ως άγκυρα σταθερότητας» και ως μέρος μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής για την ενίσχυση της παρουσίας των ΗΠΑ στην περιοχή για την αντιμετώπιση της επιρροής της Κίνας και της Ρωσίας”, αναφέρουν οι δύο ειδικοί μεταξύ πολλών άλλων.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες η Ρωσία και η Κίνα όμως, είναι χώρες με τεράστιες δυνατότητες, οι οποίες έχουν τα δικά τους ηγεμονικά σχέδια η καθεμία ξεχωριστά σε πολλές περιοχές του πλανήτη μας.

Χώρες σαν την Ελλάδα, οι οποίες βρίσκονται μπροστά σε αυτό το σκηνικό ανταγωνισμού μεταξύ υπερδυνάμεων, είναι σε πολύ δύσκολη θέση από πολλές απόψεις.

Πρώτον, διότι “όταν τσακώνονται τα βουβάλια την πληρώνουν τα βατράχια” όπως λέει και μια καλή παροιμία.

Δεύτερον, διότι υπάρχει η όσφρηση στον ορίζοντα ότι ΗΠΑ-Ρωσία ενδέχεται κάποια στιγμή να “συγκρουστούν” στρατιωτικά και τότε θα έχουμε ένα πολύ μεγάλο πόλεμο, ο οποίος δεν θα συμφέρει κανέναν ούτε την Ελλάδα φυσικά.

Τρίτον, διότι η χώρα μας έχει καλές σχέσεις με όλες τις χώρες (ΗΠΑ-Κίνα-Ρωσία) και δεν θέλει να εμπλακεί σε καμία σύγκρουση μικρή ή μεγάλη μετά από πιο μια δεκαετή οικονομική κρίση.

Τονίζουμε επίσης ότι μέσα σε αυτό το κλίμα της υπόγειας σύγκρουσης των υπερδυνάμεων, ορθώς αναφέρεται ότι ”ξεφύτρωσε” μια περιφερειακή δύναμη όπως η Τουρκία, η οποία προκλητικά εκβιάζει για να οριοθετήσει και αυτή την δική της σφαίρα επιρροής, ειδικά στη Μεσόγειο.

Η Τουρκία αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτήν την περίοδο για την Ελλάδα, μιας και η Άγκυρα δεν επιδέχεται “διορθώσεων” ή “πιέσεων” ούτε από τις ΗΠΑ ούτε από κανέναν για την αλλαγή της νεο-οθωμανικής της πολιτικής.

Η Ελλάδα είναι μέλος του ΝΑΤΟ, της ΕΕ, του ΟΗΕ και πολλών άλλων οργανισμών και συμμετέχει ενεργά σε αυτούς, αλλά σε οποιαδήποτε περίπτωση κρίσης, θα κληθεί να αντιμετωπίσει μόνη της την Τουρκία, αν και θεωρητικά βρίσκονται με αυτήν στην ίδια συμμαχία.

Επομένως οποιαδήποτε άλλη αποστολή θα της ήταν αδύνατη ενάντια σε κάποια άλλη υπερδύναμη.

Πηγή: Atlantic council: Η κυβέρνηση Μπάιντεν να εμβαθύνει τη στρατηγική συνεργασία με την Ελλάδα